διάβαση


διάβαση
[дьаваси] ουσ. Θ. переход, переезд,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "διάβαση" в других словарях:

  • διάβαση — η (AM διάβασις) [διαβαίνω] 1. δίοδος, πέρασμα 2. τόπος διάβασης, πόρος, ατραπός αρχ. 1. το μέσον με το οποίο γίνεται δυνατή η διάβαση, η γέφυρα 2. πορθμείο 3. η αλλαγή τών εποχών τού έτους 4. ανάπαυλα κατά την απαγγελία 5. η μεταβατική ενέργεια… …   Dictionary of Greek

  • διάβαση — η η διέλευση, το πέρασμα: Πάντα περνώ το δρόμο από τη διάβαση πεζών …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διαβάσῃ — διαβάσηι , διάβασις crossing over fem dat sg (epic) διαβά̱σῃ , διαβαίνω stride aor part act fem dat sg (attic epic ionic) διαβά̱σῃ , διαβαίνω stride aor subj act 3rd sg (doric) διαβά̱σῃ , διαβαίνω stride fut ind mid 2nd sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κατάρας, διάβαση — Διάβαση (1.705 μ.) στον νομό Τρικάλων, μέσω της οποίας η Θεσσαλία επικοινωνεί με την Ήπειρο. Βλ. λ. Τρικάλων, νομός …   Dictionary of Greek

  • ισόπεδη διάβαση — Διασταύρωση σιδηροδρομικής γραμμής με οδική αρτηρία που βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο. Σε οδούς μικρότερης σπουδαιότητας και χαμηλής κυκλοφορίας, η ι.δ. μπορεί να είναι διαρκώς ανοιχτή (αφύλακτη)· όμως, η μέγιστη ταχύτητα των τρένων δεν πρέπει, στην …   Dictionary of Greek

  • ανισόπεδη διάβαση — Οδική ή σιδηροδρομική γέφυρα που περνά από άλλο δρόμο σε χαμηλότερη στάθμη. Η κατασκευή αυτού του είδους έργων είναι αναγκαία όταν οι δύο δρόμοι βρίσκονται σε διαφορετική στάθμη, από φυσικούς λόγους. Συχνά όμως η διαφορά ύψους δημιουργείται… …   Dictionary of Greek

  • διασωλήνωση — Διάβαση ενός σωλήνα σε ένα όργανο ή σε μια σωληνοειδή δομή του σώματος, όπως η εισαγωγή ενός αναπνευστικού σωλήνα στην τραχεία, για τεχνητή αναπνοή. * * * η ιατρ. 1. η αποχέτευση υγρών τραύματος με τη βοήθεια ελαστικού σωλήνα 2. η εισαγωγή… …   Dictionary of Greek

  • GR-EO20 — Datei:Flag of Greece.svg Nationalstraße 20 (Ethiniki Odos 20) Länge: ca. 150 km   …   Deutsch Wikipedia

  • γέφυρα — Τεχνικό έργο που εκτείνεται σε όλο το πλάτος ενός δρόμου, όταν διακόπτεται για ένα διάστημα η συνέχεια του αναχώματος, είτε εξαιτίας των εμποδίων που δεν είναι δυνατόν να εξαλειφθούν, όπως είναι για παράδειγμα τα υδάτινα ρεύματα, μία χαράδρα ή οι …   Dictionary of Greek

  • Άλπεις — Οροσειρά της Ευρώπης, που αποτελεί το πιο ψηλό μορφολογικό χαρακτηριστικό της κεντρικής και νότιας Ευρώπης. Οι Ά. καλύπτουν επιφάνεια περίπου 260.000 τ. χλμ., στα εδάφη της Ελβετίας, της Αυστρίας, της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Ιταλίας, της… …   Dictionary of Greek